Με τον όρο ψυχοκινητική ανάπτυξη εννοούμε την εξέλιξη, ιδιαιτέρως όσον αφορά στο σκέλος, της αδρής και λεπτής κινητικότητας. Κάθε απόκλιση από το μέσο όρο δεν αποτελεί απαραίτητα παθολογική κατάσταση, αλλά όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από αυτόν τόσο αυξάνει η πιθανότητα η απόκλιση να οφείλεται σε παθολογικά αίτια. Στον πίνακα που ακολουθεί μπορούμε να διαπιστώσουμε τη συνήθη και την ακραία ηλικία επίτευξης των σημαντικότερων κινητικών αναπτυξιακών σταθμών.

Χρονοδιάγραμμα κινητικής ανάπτυξης μέχρι την ηλικία των δύο ετών

Κινητική Επίτευξη Ηλικία Επίτευξης (μήνες)
Συνήθης Ακραία*
 Έλεγχος της κεφαλής στη καθιστή θέση 3 4
 Κρατάει κουδουνίστρα 3 5
 Απλώνει χέρι και πιάνει αντικείμενο 3 5
 Γυρίζει από πρηνή σε ύπτια θέση 3  
 Μεταφέρει αντικείμενα από το ένα χέρι στο άλλο 6 8
 Καθεται, σταθερά, χωρίς υποστήριξη 6 8
 Συλλαμβάνει αντικείμενο με αντίχειρα και δείκτη 9 - 10 14
 Περπατά χωρίς βοήθεια 12 - 13 15
 Χτίζει πύργο με 2 κύβους 14 - 15 20
Ανεβαίνει σκαλιά, στηριζόμενο στα κάγκελα 16 - 17 22
Χτίζει πύργο με 3-4 κύβους 18 - 20 25
Τρέχει, αρκετά σταθερά 24 - 26 28
Κλωτσάει μπάλα 20 - 22 24
Χτίζει πύργο με 6-7 κύβους 24 - 26 40

*Η ηλικία στην οποία το 90% των παιδιών αποκτά τη συγκεκριμένη ικανότητα (με βάση τα δεδομένα του αναπτυξιακού τεστ Denver)

Κατά την ψυχοκινητική εκτίμηση ορισμένα σημεία χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής. Οι γονείς πολλές φορές υπερεκτιμούν τις κινητικές δυνατότητες του παιδιού ή αδυνατούν να θυμηθούν την ακριβή ημερομηνία επίτευξης ενός κινητικού σταδίου, οπότε στη λήψη ιστορικού οι πληροφορίες πρέπει να ελέγχονται πριν αξιολογηθούν. Μεγάλη σημασία επίσης έχει η ωριμότητα και ο

τρόπος επίτευξης ενός κινητικού προτύπου (π.χ. η καθιστή θέση σε ένα βρέφος, είναι αυτόνομη ή υποστηριζόμενη, έχει έλεγχο ή πέφτει μετά απο λίγο, γέρνει μπροστά ή όχι κ.ά.).

Επίσης πολύ σημαντική είναι η συνεργασία του παιδιού στην εκτίμηση των κινητικών του δεξιοτήτων και να μην υποτιμηθεί η ικανότητα του παιδιού λόγω έλλειψης συνεργασίας. Η διαχρονική πορεία και εξέλιξη των ψυχοκινητικών ικανοτήτων του παιδιού, είναι πολύ πιο σημαντική από τη μεμονωμένη εκτίμησή τους.

Κλινική εξέταση

Στη κλινική εξέταση ενός παιδιού, ιδιαιτέρως ενδιαφέρουν τα εξής:

  • Σωματομετρικά στοιχεία (περίμετρος κεφαλής κλπ)
  • Μορφολογικά χαρακτηριστικά που μπορεί να οδηγήσουν τη διαγνωστική σκέψη σε γενετικά ή χρωμοσωμικά ή άλλα σύνδρομα
  • Εξέταση του δέρματος για τυχόν χαρακτηριστικά που συνοδεύουν νευροδερματικά σύνδρομα ή άλλες βλάβες
  • Έλεγχος για ηπατοσπληνομεγαλία ή λεμφαδενοπάθεια που είναι συνοδό σύμπτωμα σε μεταβολικά νοσήματα
  • Έλεγχος οφθαλμικού βυθού για τυχόν ενδείξεις εκφυλιστικών νοσημάτων, συγγενών λοιμώξεων, ενδοκρανιακής υπέρτασης κλπ

Παρατήρηση της αυθόρμητης λειτουργικότητας

Πολύτιμες πληροφορίες προκύπτουν από την προσεκτική παρατήρηση της αυθόρμητης κινητικής δράσης του παιδιού, ειδικά όταν η ηλικία είναι πολύ μικρή.

Παρατηρούμε πώς το κρατά η μητέρα και ποια η θέση του στην αγκαλιά. Πώς συγκρατεί ή όχι το κεφάλι του, πώς κουνά τα χέρια του, πώς συλλαμβάνει τα παιχνίδια, αν είναι η μία πλευρά λειτουργική και η άλλη όχι, αν είναι στο αναπτυξιακό στάδιο της ηλικίας του ή όχι... κ.ά.

Σε μεγαλύτερα παιδιά η προσεκτική παρατήρηση του παιδιού και η καταγραφή της λειτουργικής του δράσης μπορεί να εντοπίσει τυχόν κινητικά προβλήματά και να επιβεβαιώσει, να διευκρινήσει και να τεκμηριώσει τη φύση του προβλήματος.

Εκτίμηση του μυικού τόνου και της μυικής ισχύος

Σε βρέφη με εγκεφαλική παράλυση, όπου η βλάβη αφορά τον ανώτερο κινητικό νευρώνα (όλη τη νευρική οδό από τον εγκεφαλικό φλοιό ως τα κινητικά κύτταρα των πρόσθιων κεράτων του νωτιαίου μυελού), η μυική ισχύς είναι φυσιολογική ή λίγο μειωμένη. Η διαπίστωση σημαντικής μυικής αδυναμίας υποδηλώνει βλάβη στον κατώτερο κινητικό νευρώνα (όλη τη νευρική οδό από τα κινητικά κύτταρα των πρόσθιων κεράτων του νωτιαίου μυελού ως τις μυικές ίνες). Τέτοιου είδους μυική αδυναμία παρουσιάζουν βλάβες όπως η νωτιαία μυική ατροφία, οι περιφερικές νευροπάθειες, νοσήματα της νευρομυικής σύναψης και οι μυοπάθειες.

Ο μυικός τόνος είναι η κατάσταση της συνεχούς, ελαφράς, μυικής σύσπασης του μυικού συστήματος ώστε να λειτουργήσει ενάντια στη βαρύτητα και να επιτρέψει τη φυσιολογική στάση και δράση του κορμού και των άκρων. Στο βρέφος και τα μικρά παιδιά διακρίνουμε δύο είδη μυικού τόνου, τον παθητικό και τον ενεργητικό. Η διαφορά τους έγγειται στον τρόπο εξέτασης τους και όχι στη νευροφυσιολογία τους.

Ο παθητικός μυικός τόνος εξετάζεται με παθητική κίνηση των μελών του σώματος και η εκτίμηση της προβαλλόμενης αντίστασης, σε οποιαδήποτε κίνηση, η οποία δεν πρέπει να είναι αυξημένη ή μειωμένη (υπερτονία ή υποτονία). Υπάρχουν δύο τύποι υπερτονίας:

  • η σπαστικότητα, όπου η αντίσταση στην κίνηση τείνει να είναι έντονη στην αρχή της και στην πορεία μειώνεται
  • η δυσκαμψία, όπου η υπερτονία παρατηρείται σε όλη τη διάρκεια της κίνησης.

Στην εγκεφαλική παράλυση μπορεί να υπάρχει είτε σπαστικότητα είτε δυσκαμψία.

Ο ενεργητικός μυικός τόνος (τόνος στάσης-postural muscle tone) εμφανίζεται σε κάθε προσπάθεια κίνησης ενάντια στη βαρύτητα. Προκαλείται με τη συμμετοχή του λαβυρίνθου και των αιθουσονωταίων νευρικών οδών. Η αντανακλαστική δραστηριότητα μειώνεται και σταδιακά ενσωματώνεται στη λειτουργική δράση μετά τους πρώτους μήνες της ζωής. Στην εγκεφαλική παράλυση οι φλοιώδεις μηχανισμοί ή είναι κατεστραμμένοι ή αργούν να ωριμάσουν οπότε παραμένουν για πολύ καιρό δραστικοί οι αντανακλαστικοί μηχανισμοί που εξαρτώνται από το αιθουσονωταίο σύστημα.

Η εγκεφαλική παράλυση πρέπει να διαφοροδιαγνωστεί από άλλα νοσήματα που μπορεί να οφείλονται σε εγκεφαλική δυσλειτουργία, όπως εκφυλιστικά ή λειτουργικά νευρομυικά νοσήματα, βλάβες του νωτιαίου μυελού, διαταραχές του μεταβολισμού και νοητική καθυστέρηση.

Πηγή: ‘Εγκεφαλική παράλυση, παρελθόν, παρόν και μέλλον ΧΡ.Π.Παντελιάδης, Α. Συρίγγου-Παπαβασιλείου, Ν.Διαμαντόπουλος’
‘A Neurophysiological Basis for the Treatment’ by Karel Bobath.

Αικατερίνη Ζιάκα PT,MSc,NDT-Bobath,OMT