Η πιο συχνή χειρουργική πάθηση, την οποία όλοι γνωρίζουν, είναι η κήλη. Με τον όρο κήλη εννοείται η προβολή ενός ενδοκοιλιακού σπλάχνου ή συνήθως τμήματος του διαμέσου ενός παθολογικού ή φυσιολογικού στομίου. Οι συνηθέστερες είναι οι κήλες της βουβωνικής περιοχής, στις οποίες περιλαμβάνονται η ευθεία και η λοξή βουβωνοκήλη, η μηροκήλη, η κήλη του θυρεοειδούς τρήματος και η κήλη του αθλητή.  Οι κήλες αυτές μπορεί να είναι επίκτητες ή συγγενείς, ετερόπλευρες ή αμφοτερόπλευρες και πρωτοπαθείς ή υποτροπιάζουσες.

            Οι βουβωνοκήλες είναι οι κήλες που αναπτύσσονται στη βουβωνική περιοχή και αποτελούν το 75-85% του συνόλου των κηλών. Η πιθανότητα ανάπτυξης βουβωνοκήλης ενός άνδρα κατά τη διάρκεια της ζωής του είναι 27%, ενώ μίας γυναίκας περίπου 3%.Οι βουβωνοκήλες διακρίνονται σε ευθείες και σε λοξές αναλόγως της πορείας και της θέσης του σάκου σε σχέση με τα ανατομικά στοιχεία της περιοχής. Διακρίνονται επίσης, όπως όλες οι κήλες, σε απλές ή ανατασσόμενες όταν το περιεχόμενο μπορεί να επιστρέψει στην κοιλιά, σε μη ανατασσόμενες οι οποίες προβάλουν μόνιμα, σε αποφραγμένες όταν περιέχουν έντερο που έχει αποφραχθεί, και τέλος σε περιεσφιγμένες δηλαδή είναι μη ανατασσόμενες κήλες στις οποίες αιμάτωση του περιεχόμενου οργάνου έχει επηρεαστεί.

            Διάφοροι παράγοντες έχουν ενοχοποιηθεί για τη δημιουργία των κηλών. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται η συγγενή προδιάθεση, οι διαταραχές στη σύνθεση του κολλαγόνου, και η αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης, όπως στην παχυσαρκία, το χρόνιο και έντονο βήχα, τη δυσκοιλιότητα, την υπερτροφία του προστάτη, τις πολλές και δύσκολες εγκυμοσύνες, τον ασκίτη και τέλος την βαριά σωματική άσκηση ή εργασία.

            Η διάγνωση των κηλών βασίζεται κυρίως στο ιστορικό και την κλινική εξέταση του ασθενούς. Τα συμπτώματα με τα οποία εμφανίζεται η βουβωνοκήλη και τα οποία οδηγούν συνήθως τον άρρωστο στο γιατρό είναι η εμφάνιση διόγκωσης στην περιοχή (η οποία μπορεί να είναι μόνιμη ή διαλείπουσα) και το άλγος.

            Στα αρχικά στάδια της κήλης τα συμπτώματα μπορεί να είναι ήπια και το άλγος ή η διόγκωση να εμφανίζεται μόνο όταν αυξάνεται η ενδοκοιλιακή πίεση, όπως κατά την άρση βάρους, το βήχα, το φτέρνισμα και τη δυσκοιλιότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις το αρχικό σύμπτωμα είναι ένας ξαφνικός πόνος κατά τη διάρκεια έντονης σωματικής προσπάθειας. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα συμπτώματα υποχωρούν όταν ο ασθενής ξαπλώνει. Για αυτό το λόγο η κλινική εξέταση του ασθενούς πρέπει να γίνεται τόσο σε κατακεκλιμένη, όσο και σε όρθια θέση. Στις σπάνιες περιπτώσεις που η κλινική εξέταση του ασθενούς είναι μη διαγνωστική ή ασαφής τότε ενδείκνυται η διενέργεια απεικονιστικού ελέγχου για τη διερεύνηση του προβλήματος.

            Όλοι γνωρίζουν ότι εφόσον υπάρχει κήλη απαιτείται χειρουργική αποκατάσταση και τα όποια συντηρητικά μέσα όπως οι κηλεπίδεσμοι είναι παρηγορητικά και δεν προσφέρουν τίποτα. Η χειρουργική επέμβαση απαιτείται όχι μόνο για την ανακούφιση από την συμπτωματολογία αλλά και για την πρόληψη των επιπλοκών. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου μέσα στο σάκο της κήλης περιέχεται τμήμα εντέρου, τότε υπάρχει ο κίνδυνος περίσφιξης, δηλαδή να περιστραφεί το όργανο που περιέχεται στην κήλη και να νεκρωθεί, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα, με πιο γνωστό τη νέκρωση του εντέρου και την περιτονίτιδα. Αυτές είναι επικίνδυνες καταστάσεις που απαιτούν άμεση χειρουργική παρέμβαση και συνοδεύονται από πολλές και σοβαρές επιπλοκές και μεγάλη νοσηρότητα. Η αμέλεια ή η υποεκτίμηση αυτών των καταστάσεων μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, ενώ αντίθετα η ευαισθητοποίηση σε συνδυασμό με την έγκαιρη και σωστή αντιμετώπιση βοηθούν σίγουρα στη άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος.

            Ο χρόνος της αποκατάστασης δεν είναι συγκεκριμένος και πρέπει να καθοριστεί από τον ιατρό και τον ασθενή. Μελέτες όμως στις ΗΠΑ έδειξαν ότι η πλειοψηφία των ασθενών οδηγείται τελικά στο χειρουργείο μέσα στην επόμενη διετία είτε συνέπεια κάποιας επιπλοκής είτε λόγω επιδείνωσης των συμπτωμάτων. Οσον αφορά τις αντενδείξεις για τη χειρουργική αποκατάσταση της βουβωνοκήλης είναι ελάχιστες και περιλαμβάνουν την εγκυμοσύνη, τον ασκίτη, το χρόνιο βήχα και τις ενεργείς λοιμώξεις.

            Οσον αφορά τώρα τα είδη της χειρουργικής αποκτάστασης της βουβωνοκήλης, πρέπει να αναφέρουμε ότι έχουν περιγραφεί πολυάριθμες τεχνικές, οι οποίες σε γενικές γραμμές διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις επεμβάσεις ανοικτής αποκατάστασης και τις επεμβάσεις λαπαροσκοπικής αποκατάστασης. Οι ανοικτές επεμβάσεις μπορεί να είναι με ράμματα (πχ Bassini, Shouldice κα) ή με τοποθέτηση πλέγματος (Lichtenstein, Stoppa, Gilbert κα). Οι λαπαροσκοπικές επεμβάσεις μπορεί να είναι με ολική εξωπεριτοναϊκή προσπέλαση (ΤΕΡ) ή με ενδοπεριτοναϊκή προσπέλαση (ΤΑΡΡ). Το είδος της επέμβασης είναι και αυτό που θα καθορίσει ως επί το πλείστον και το είδος της αναισθησίας, η οποία μπορεί να είναι γενική, περιοχική, μέθη ή ακόμη και τοπική.

            Πολυάριθμες μέθοδοι και τεχνικές έχουν αναπτυχθεί και εφαρμόζονται επιτυχώς για την αντιμετώπιση των βουβωνοκηλών, οι οποίες παρουσιάζουν και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Μία τεχνική πρέπει να είναι αποτελεσματική, δηλαδή να δίνει λύση στο πρόβλημα, να είναι γρήγορη, φτηνή, και να επιφέρει την ελάχιστη δυνατή ταλαιπωρία στον ασθενή. Για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται η κατάλληλη χειρουργική και αναισθησιολογική προσέγγιση. Η επιλογή της τεχνικής εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως την επιθυμία του ασθενούς, την κατάσταση της κήλης, την εμπειρία του χειρουργού, τις αντενδείξεις αναισθησίας, το κόστος κα. Ανεξαρτήτως τελικά εάν η επέμβαση πραγματοποιηθεί ανοικτά ή λαπαροσκοπικά οι περισσότεροι χειρουργοί συμφωνούν ότι πρέπει να χρησιμοποιείται πλέγμα, ώστε η αποκατάσταση να γίνεται χωρίς τάση (λιγότερο πόνος και καλύτερη επούλωση), ενώ ταυτόχρονα ισχυροποιείται η περιοχή και μειώνεται ο κίνδυνος υποτροπής.

            Το πλέγμα είναι ένα συνθετικό υλικό, το οποίο είτε καθηλώνεται με λίγα ράμματα είτε απλά τοποθετείται και σταθεροποιείται στη σωστή θέση. Με τον τρόπο αυτό αφενός μεν επιτυγχάνεται η αποτελεσματική αποκατάσταση της κήλης, αφετέρου δε, μειώνεται η ταλαιπωρία του ασθενούς. Οι ιδιότητες που κάνουν μία συνθετική πρώτη ύλη κατάλληλη για προσθετική χρήση είναι οι ακόλουθες: Να μην αλλοιώνεται από τα υγρά των ιστών, να είναι χημικά αδρανής, να μην προκαλεί φλεγμονή η αντίδραση ξένου σώματος, να μην προκαλεί αλλεργία η υπερευαισθησία, να έχει μηχανική αντοχή, να είναι αποστειρώσιμη, και τέλος να είναι σε μορφή πλέγματος, η οποία είναι καλύτερα ανεκτή σε μολυσμένο περιβάλλον και τελικά ενσωματώνεται στο κοιλιακό τοίχωμα λόγω της ανάπτυξης συνδετικού ιστού στα διάκενα.    Πιο συγκεκριμένα, με το πλέγμα καλύπτεται το έλλειμμα και ισχυροποιείται η περιοχή της κήλης, ενώ μειώνεται και σχεδόν εξαλείφεται ο κίνδυνος υποτροπής.

            Η λαπαροσκοπική αποκατάσταση της βουβωνοκήλης θεωρείται η δελεαστικότερη λύση από την πλειοψηφία των χειρουργών. Η αποκατάσταση της βουβωνοκήλης μπορεί να γίνει και λαπαροσκοπικά διαμέσου 3 μικρών τομών από τις οποίες ο χειρουργός εισάγει εργαλεία (trocars). Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται είναι το λαπαροσκόπιο, το οποίο είναι μια τηλεσκοπική κάμερα που προσφέρει καθαρή και μεγενθυμένη εικόνα των εσωτερικών οργάνων, και οι ειδικά σχεδιασμένες λαβίδες εργασίας. Ο χειρουργός χειρίζεται τα εργαλεία παρακολουθώντας την οθόνη. Οπως και στην ανοικτή τεχνική ανατάσσεται ο σάκος της κήλης στην κοιλιά και στη συνέχεια και εδώ τοποθετείται πλέγμα, το οποίο καθηλώνεται με ειδικά κλιπς. Στην περίπτωση αυτή η επέμβαση γίνεται αντίθετα από την ανοικτή μέθοδο, δηλαδή από μέσα προς τα έξω. Η επέμβαση όμως γίνεται με γενική αναισθησία διότι η κοιλιά πρέπει να φουσκώσει με άεριο για να δημιουργεί ο κατάλληλος χώρος εργασίας. Σε κάποιες περιπτώσεις, μια χειρουργική επέμβαση μπορεί να ξεκινήσει λαπαροσκοπικά και στη συνέχεια να μετατραπεί σε «ανοικτή».

            Τα πλεονεκτήματα της λαπαροσκοπικής αποκατάστασης είναι αυτά της λαπαροσκοπικής χειρουργικής. Λιγότερος πόνος για τον ασθενή μετά την χειρουργική επέμβαση, γρηγορότερη αποκατάσταση, άμεση επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες, μικρότερος κίνδυνος περιεγχειρητικής λοιμώξης, ενώ ταυτόχρονα καθίσταται δυνατός ο έλεγχος ολόκληρης της κοιλίας. Όμως δεν είναι όλοι οι ασθενείς υποψήφιοι για λαπαροσκοπική αποκατάσταση βουβωνοκήλης. Αν και δεν υπάρχουν συγκεκριμένες αντενδείξεις καλό είναι να το συζητήσετε με το γιατρό σας γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως σε ασθενείς με ιστορικό παλαιότερων επεμβάσεων στην κοιλιακή χώρα, με αναπνευστικά και καρδιολογικά προβλήματα, ή με ιστορικό προστατεκτομής μπορεί να είναι καλύτερα να επιλεγεί κάποια άλλη μέθοδος.

            Αποκατάσταση της βουβωνοκήλης με τοπική αναισθησία. Αποτελεί μία εξαιρετική εναλλακτική προσέγγιση (Pezzagora). Η τομή για την αποκατάσταση της κήλης είναι μικρή, δεν καταλείπει σημαντική ουλή και η επέμβαση μπορεί να γίνει με τοπική αναισθησία ή με συνδυασμό τοπικής και μέθης. Η αποκατάσταση της βουβωνοκήλης με τοποθέτηση πλέγματος υπό τοπική αναισθησία είναι είναι εύκολη, ασφαλής και οικονομική μέθοδος, ο ασθενής επιστρέφει την ίδια ημέρα στο σπίτι του, έχει καλά αποτελέσματα, ενώ αποφεύγεται και η διαδικασία της γενικής αναισθησίας. Μεγάλη σημασία στη μέθοδο αυτή η οποία προτιμάται από μεγάλα κέντρα του εξωτερικού, έχει η καλή γνώση της ανατομίας και η σωστή διενέργεια τοπικής αναισθησίας. Για μεγαλύτερες και πιο παραμελημένες κήλες η επέμβαση μπορεί να γίνει με ραχιαία αναισθησία.

            Εκείνο που έχει σημασία να γνωρίζουν οι ασθενείς είναι ότι κάθε τεχνική και μέθοδος έχει ενδείξεις και αντενδείξεις. Για κάθε ασθενή πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη τεχνική με βάση τα προβλήματα, τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης, το οποίο μπορεί να επιτευχθεί με την συνεργασία ιατρού και ασθενούς.